Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Λίγα και καλά...

Ήταν μια εξαιρετικά βαρετή μέρα. Καθόταν στο γραφείο της και κοιτούσε έξω από το παράθυρο... Μία από τα ίδια σήμερα στη δουλειά. Πφφφ.
Στο κινητό της χτύπησε μήνυμα. Whatsapp. Η κολλητή της.
‘Το βράδυ κρασάκι και μεζεδάκια στο ταβερνείο της γειτονιάς, ναι?’
‘Ναι.’ απάντησε. Έβαλε και τελεία. Οι τελείες, να ξέρεις, ή βαρεμάρα υποδηλώνουν ή νεύρα, στον κόσμο των μηνυμάτων. Κι εκείνη βαριόταν φριχτά, ψέμματα να πει?
Βγαίνοντας από το chat που είχε με την φίλη της, είπε να χαζέψει ποιοι άλλοι από τον τηλεφωνικό της κατάλογο είχαν την εφαρμογή Whatsapp στο κινητό τους.
Πόπη. ‘Αμάν η Πόπη!!! Είχε γενέθλια χθες! Και δεν την πήρα, το ζώον!’ Πάτησε κατευθείαν να της στείλει μήνυμα. Κάτω από το όνομα της Πόπης εμφανίστηκε η πληροφορία ‘last seen today at 10:17’. Μέχρι πριν 4 λεπτά δηλαδή κοιτούσε τα μηνύματά της. Βιάστηκε να της γράψει, να την προλάβει πριν παρατήσει πουθενά το κινητό της. Έτσι φανταζόταν πως θα έκανε.
‘Ποπάκι μου λατρεμένο! Χίλια ΧΙΛΙΑ συγγνώμη που δεν σου τηλεφώνησα χθες! Χρόνια σου πολλά! Θα σε πάρω μόλις φύγω από το γραφείο να σε ακούσω! Είμαι μια γαιδούρα, μα σε αγαπώ πολύ!!!’
Δεν πέρασαν δέκα δευτερόλεπτα και βλέπει την ένδειξη κάτω από το όνομα της Πόπης να αλλάζει. ‘Online’ (αχ μπράβο, το είδε!). Και λίγο μετά ‘Typing’ (Ωχ, τώρα θα το φάω το σιχτίρι) σκέφτηκε. ‘Ρεεεεεε, μην είσαι βλάκας! Ευχαριστώ πάρα πολύ! Μιλάμε αργότερα!’
Συνέχισε να χαζεύει τις επαφές της. Κάπου εκεί μέσα βρήκε και μια παλιά καλή της φίλη. ΠΑΛΙΑ και ΚΑΛΗ. Τωρινή και πλήρως αποξενωμένη. Τσακωμένη, παρεξηγημένη, όλα τα καλά. Πάτησε ‘τάχα μου’ να της στείλει μήνυμα. Να δει την ένδειξη που θα βγει κάτω από το όνομά της. Να φανταστεί τι μπορεί να έκανε εκείνη την ώρα η παλιά καλή της φίλη. Δεν βγήκε καμία ένδειξη. Τίποτα. Ξέρεις, υπάρχει τρόπος να τα κρύβεις αυτά. Έτσι δεν βλέπει κανείς, πότε μπήκες και πότε βγήκες από το Whatsapp. Πότε είσαι online και πότε δε μιλάς πια. ‘Πφφφ, πάντα κομπλεξικιά ήταν. Και βαρετή.’ σκέφτηκε και εκσφενδόνισε το κινητό της πάνω στο γραφείο. ‘Αμάν κι εσύ, ούτε μια ίντριγκα δε μπορείς να προσφέρεις’ είπε και το κοίταξε λοξά. Πώς κοιτάς το πιάτο με τα λαδερά φασολάκια που σου φέρνει η μαμά να φας ενώ περίμενες πως έχετε μακαρόνια με κυμά? Ε, έτσι... Το κινητό δεν πτοήθηκε, καθότι άψυχο αντικείμενο. Εκείνη εκνευρίστηκε ακόμα παραπάνω, καθότι γελοίο υποκείμενο.
Το κοιτούσε λοξά, το τσουρούφλιζε με το δαιμονισμένο της βλέμμα και ξάφνου.... Τα μάτια της άρχισαν να γυαλίζουν με πονηριά. 
‘Λες να έχει κρατήσει τον αριθμό που είχε τότε?’ αναρωτήθηκε.
Ήταν γεγονός. Είχε αρχίσει να φλερτάρει με το κινητό της. Άπλωσε το χέρι και η παλάμη της το αγκάλιασε τρυφερά. Μπήκε στο Whatsapp. Πληκτρολόγησε το όνομά του. Το πάτησε, ‘τάχα μου’ για να του στείλει μήνυμα. ‘last seen today at 08:10.’ Δεν είχε φωτογραφία του. Αυτός ο αριθμός θα μπορούσε να ανήκει στον οποιοδήποτε! Πάνε οκτώ χρόνια από τότε. Πωπω... Πέρασαν τόσα πολλά? Κι όμως.
Η καρδιά της σφίχτηκε. Γιατί όμως? Επειδή δεν ήξερε αν ήταν ακόμα ο αριθμός του και χωρίς φωτογραφία δεν θα μπορούσε και να μάθει? Ή μήπως της ήρθαν όλες οι αναμνήσεις από τότε?
Μα πότε πέρασαν οκτώ ολόκληρα χρόνια? Σαν σήμερα θυμάται την πρώτη φορά που τον αντίκρυσε. Σε ένα πάρτυ γενεθλίων κάποιου κοινού τους γνωστού. Εκείνη με τον τότε αρραβωνιαστικό της. Εκείνος, με την σύζυγό του. Δεν χρειάστηκε να τον κοιτάξει δεύτερη φορά. Με το που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, την είχε μαγνητίσει. Ένα ‘!τσαφ!’. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Το ίδιο μοιραίο ήταν και για εκείνον.  Έτσι φάνηκε στην πορεία. Δεν έκαναν ποτέ παρέα, πού και πού βρίσκονταν σε κοινωνικές υποχρεώσεις. Μα πώς είχε βρεθεί με τον αριθμό του τηλεφώνου του τότε? Έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί. Α ναι! Είχε προσφερθεί να την φέρει σε επικοινωνία με κάποιον συνεργάτη του για μια δουλειά. Έτσι του είχε δώσει κι εκείνη το δικό της.
Μία φορά χρειάστηκε να βρεθεί μόνη στον ίδιο χώρο μαζί του ώστε να φροντίσουν να μην ξαναπλησιάσουν ποτέ ο ένας τον άλλον.  Είχε πάει για να περάσει από συνέντευξη στην εταιρεία στην οποία ήταν συνιδιοκτήτης, και εφόσον εκείνος την είχε συστήσει, την συνόδεψε στην αίθουσα συνεδριάσεων όπου εκείνη θα γνώριζε τον συνεργάτη του. Ένα ολόκληρο τέταρτο ‘κάθισε’ μαζί της μέσα στην αίθουσα, και περιέργως κανένας από τους δύο δεν κάθισε. Μιλούσαν στα όρθια για καθημερινά πράγματα.  Απλά. Τα μάτια τους έλεγαν σαφώς πιο ενδιαφέροντα πράγματα , και τα κορμιά τους είχαν την τάση να πλησιάζουν όλο και περισσότερο το ένα το άλλο. Κι ας συζητούσαν για το φαινόμενο των ακαθαρσιών των σκύλων που αφήνουν οι ασυνείδητοι ιδιοκτήτες τους στο δρόμο. Δεν είχε σημασία. Η έλξη ξεχείλιζε. Αβίαστα. Βεβιασμένα λοιπόν, τα μπάλωσε κι αυτή και δεν ξαναπλησίασε. Ούτε την θέση στην εταιρεία πήρε, ούτε του ξανατηλεφώνησε. Κι εκείνος το ίδιο. Τον αριθμό του όμως δεν τον έσβησε ποτέ. Λες να είχε κρατήσει κι εκείνος τον δικό της?
Το βράδυ, μετά το ταβερνείο, και μετά από ουκ ολίγα τσίπουρα, γύρισε σπίτι εξουθενωμένη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και κάρφωσε τα μάτια στο ταβάνι.
-       Να μπω να ξαναδώ? Πόσο πιθανό είναι να έβαλε φωτογραφία? Αναρωτήθηκε
-       Δουλειά δεν είχαμε, μπελάδες βρήκαμε? της απάντησε ο εαυτός της.
-       Ναι. του απάντησε με νεύρο. (τελεία, το είδες. πάλι καλά... φύγαμε από τη βαρεμάρα και περάσαμε στα νεύρα. Ίντριγκα)

Έπιασε το κινητό, μπήκε στο Whatsapp και πληκτρολόγησε το όνομά του. Δεν θα το πιστέψεις, είχε βάλει φωτογραφία! Last seen yesterday at 23:21. Αλλά δεν τον αναγνώρισε τον τύπο της φωτογραφίας. Φορούσε γυαλιά ηλίου, είχε μούσια, ήταν ηλιοκαμμένος και είχε και ένα παιδί στην αγκαλιά.
-Πφφφφφ, άσχετος... Ε βέβαια, σιγά μην είχε τον ίδιο αριθμό ακόμη. σκέφτηκε και την πήρε ο ύπνος με τα ρούχα.

Η επόμενη μέρα την βρήκε στο γραφείο, να ανατρέχει οκτώ χρόνια πριν. Πάλι. Πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα για εκείνη. Για γάμο ετοιμαζόταν, χωρισμένη βρέθηκε. Και με ιδιαίτερα κακές και επίπονες διαδικασίες.  Κι εκείνος? Ποιος ξέρει πού θα ήταν... Και τι αριθμό τηλεφώνου θα είχε τώρα πια...
Ξαναμπήκε με μισή καρδιά στο Whatsapp και πληκτρολόγησε και πάλι το όνομά του. Μεγένθυνε την φωτογραφία. Την έσωσε στο κινητό. Την άνοιξε, και με τα δάχτυλα την μεγένθυνε ακόμα παραπάνω. Κοίταξε τα γυαλιά ηλίου. Τίποτα. Κοίταξε τα μούσια. Καμία σχέση. Ήταν πάντα ξυρισμένος κόντρα. Τότε... Αυτός ο ‘άγνωστος’ στη φωτογραφία, χαμογελούσε. Ξανακοίταξε. Δεξιά και αριστερά από τα γυαλιά είδε τις ρυτίδες που κάνουν τα μάτια όταν κάποιος χαμογελά. Και εκείνου τα μάτια πάντα χαμογελούσαν έντονα όταν χαμογελούσε. Ή μήπως όταν την κοιτούσε... Κοίταξε το στόμα, χαμένο μες τα μούσια. Πρόσεξε ένα ίχνος χειλιών κάπου εκεί μες τα μούσια. Είχε λεπτά χίλια. Το θυμόταν σαν και χθες. Αυτά τα λεπτά σφιχτά χείλια που έχουν οι άνθρωποι που έχουν να πουν λίγα και καλά. Ξέρεις.
Είχε πέσει τόσο από πάνω από το κινητό της που ζαλίστηκε. ‘Ντάξει, φτάνει Πουαρώ!’ είπε και πέταξε το κινητό μακριά, απεγνωσμένη.  
‘Άλλη προσέγγιση θέλει αυτή η προσπάθεια ταυτοποίησης ενόχου’ σκέφτηκε. Έπιασε το κινητό εκεί μακριά που ήταν και χωρίς να το φέρει κοντά, μπήκε στο Whatsapp και έφερε στην οθόνη την φωτογραφία του προφίλ του. Μετά, με το τρία, έφερε το κινητό της γρήγορα μπροστά στα μάτια και το ξανακούμπησε στο γραφείο απότομα, δίχως να το κοιτά άλλο.
Έμεινε κόκκαλο. Το γνωστό κόκκαλο που έμενε όποτε τον έβρισκε μπροστά της και το οποίο πάντα προσπαθούσε να καλύψει λέγοντας τις άπειρες κουταμάρες περί καιρού, φαγητού και ό,τι έπλασε ο Μεγαλοδύναμος. Η καρδιά της ήταν στα πρόθυρα να ξεπηδήσει από το στήθος της.
Αυτός ήταν. Ήταν διαφορετικός, αλλά αυτός ήταν. Το ένιωθε μέσα της. Ξαναέφερε το κινητό μπροστά της. Ναι βέβαια. Αυτός ήταν. Είχε απλά αλλάξει στυλ. Αδυνατισμένος, οκτώ χρόνια μεγαλύτερος, άντε και να είχε αρχίσει να φλερτάρει με την κρίση μέσης ηλικίας οπότε και το μούσι και το χαμογελάκι και το ανοιχτό πουκάμισο και όλα αυτά που θα την κάνουν τώρα  να πηδηχτεί από το παράθυρο. Δεν πρόλαβε να συνέλθει και είδε κάτω από το όνομά του την ένδειξη ‘online’. Της κόπηκε η ανάσα. Έμεινε να την κοιτάει. Για κανένα δίλεπτο. Μέχρι που η ένδειξη άλλαξε σε ‘last seen today at 11:38’.

Καλώς τα μας κι ας άργησαν.


Όπως καταλαβαίνεις, η μέρα πέρασε για να περάσει. Καμία αποδοτικότητα στη δουλειά. Καμία συγκέντρωση σε οτιδήποτε δεν είχε μούσι. Κάποιοι φίλοι που της τηλεφώνησαν να πάνε για ποτό το βράδυ έλαβαν αρνητική απάντηση. Ήθελε να γυρίσει σπίτι. Να βάλει την φόρμα της. Να ανάψει το αγαπημένο της κερί. Να ανοίξει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Να το πιει στο αγαπημένο της ποτήρι των ‘καλών περιστάσεων’. Και να μείνει με τον εαυτό της. Να αφήσει τον νου της να τρέξει. Να ονειρευτεί. Είχε τόσο καιρό να νιώσει ελεύθερη να ονειρευτεί.
Έτσι κι έκανε. Είχε κάνει το μπάνιο της, είχε χαλαρώσει, και κάθισε στην χουχουλιάρικη πολυθρόνα της με το ριχτάρι αγκαλιά και τα φώτα χαμηλωμένα. Εκείνη μόνη, παρέα με την φλόγα του κεριού. Εκείνη μόνη παρέα με μια φλόγα από το παρελθόν. Μια ιστορία που ποτέ δεν ξεκίνησε. Το κινητό το είχε ακουμπήσει δίπλα στο μπουκάλι με το κόκκινο κρασί. Ήξερε πολύ καλά πως αυτό που είχε σχεδιάσει απόψε δεν ήταν απλά μια βραδιά απομόνωσης. Δεν θα ονειρευόταν ΜΟΝΟ, αυτή τη φορά. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά, και καθώς της έκαιγε τον λαιμό, άρπαξε το κινητό και μπήκε στο Whatsapp να του γράψει.

-       Είσαι εσύ? Έγραψε και το έστειλε δίχως δεύτερη σκέψη.
-        
Last seen today at 14:39’. Ωραία... Είχε να το ανοίξει από το πρωί. ‘Σιγά μην το κοιτάξει τώρα, περασμένες 22:00…’ σκέφτηκε και άρχισε να αγχώνεται. ‘Καλέ τι κάνω? Κι αν είναι σπίτι του ο άνθρωπος? Με γυναίκα και παιδί? Είμαι τελείως τρελή και ηλίθια? Επειδή δηλαδή εγώ βρέθηκα μόνη, τι πάει να πει, ότι έμειναν κι άλλοι?’
Σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε πνιγεί σε ένα τσουνάμι κακών σκέψεων, τύψεων και καταστροφής. Το μόνο που της θύμισε να πάρει ανάσα ήταν ο ήχος εισερχόμενου μηνύματος.
‘Μην μου πεις...’ σκέφτηκε και το έφερε μπροστά στα μάτια της.

-       Εγώ, εγώ είμαι. Εσύ? Εσύ είσαι? Έγραφε.

‘Αμάν! Δεν έχω βάλει φωτογραφία!’ μάλωσε τον εαυτό της.

-       Ναι... απάντησε

(Τρεις τελείες... Μην σου εξηγώ την διαφορά ανάμεσα στην μία με τις τρεις, καταλαβαίνεις τώρα πού το πάει...)

Δεν της έφτανε αυτό όμως και του έστειλε και δεύτερο μήνυμα.

-       Είσαι καλά?

‘Typing’. Πολύ ώρα. Μα καλά τι γράφει? ‘Online’ χωρίς να έχει έρθει μήνυμα. Ό,τι έγραψε το έσβησε φαίνεται.. και σκέφτεται… ή δεν θα απαντήσει.  ‘Online’ πολύ ώρα και τώρα πάλι ‘Typing’.  Εκείνη νόμισε πως θα ξεψυχίσει από την ανυπομονησία.

-       Σε περιμένω καιρό...

Τρεις λέξεις. Οκτώ χρόνια μετά. Ένιωσε τα χαμογελαστά του μάτια να την διαπερνούν μέσα από την οθόνη. Για δες... Τα μάτια βρήκαν μιλιά... Μέσα από δυο χείλη που χουν να πουν λίγα και καλά...



Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

I Just Called to Say I Love You

Ήμουν 2 ετών όταν βγήκε αυτό το τραγούδι. Ήμουν 5 στα 6 (μάλλον) όταν ξεκίνησα να συνειδητοποιώ πως το ακούω. Το έβαζε να παίζει συνέχεια. Το τραγουδούσε ασταμάτητα. Είχε αγοράσει ακόμα και την ταινία Woman In Red (την θυμάστε?!), και όσο μεγάλωνα τόσο μεγάλωνε και η σιγουριά μου πως την αγόρασε για να ακούει και από εκεί το αγαπημένο της τραγούδι.
Αυτό το τραγούδι πότισε τόσο μες την καρδιά μου, που από τότε που σταμάτησε να είναι εδώ για να το βάλει να παίζει, δεν μπορώ να το ακούσω. Η καρδιά μου το αποζητά μπας και την νιώσει πάλι κοντά, τα μάτια μου θολώνουν, ο λαιμός μου πονά από τους λυγμούς που εγκλωβίζονται και τα αυτιά μου βουίζουν. 
Και τότε θυμάμαι... Και τότε, για μια ακόμα φορά και (απότι όλα δείχνουν) για όσο ζω, δεν θα καταλάβω ΠΟΤΕ πώς φτάσαμε εδώ. Ψέμματα. Ξέρω πώς φτάσαμε. ‘Γιατί’, δεν θα καταλάβω ποτέ. Οι ειδικοί βέβαια μου έχουν δώσει την απάντηση: Γιατί έτσι. Απλό, ορθρό και εξαιρετικά δύσπεπτο.

Τα σπίτια κλείνουν όταν την πόρτα τους χτυπά η ασθένεια. Η οικογένεια απομονώνεται. Προετοιμάζεται να συνοδεύσει στον Γολγοθά του, όσο καλύτερα μπορεί, τον άνθρωπό της που νόσησε. Χωρίς να ξέρει τον τρόπο. Χωρίς να ξέρει πότε θα φτάσουν στο τέρμα. Ελπίζοντας ΠΑΝΤΑ πως ‘για εμάς θα πάνε καλά τα πράγματα, δεν μπορεί!’. Άγνοια και Ελπίδα. Ένας συνδυασμός που αποτελειώνει και τους πιο δυνατούς.

Πήρα απόφαση τις προάλλες να δω ένα βίντεο από εκείνη την κακιά περίοδο. Το είχα πολύ καιρό στον νου μου μα δεν τολμούσα. Μα γιατί να υπάρχει βίντεο από τότε , θα αναρωτηθείς. Είναι πολύ απλό. Ήταν Πρωτοχρονιά! Εννοείται ότι παίρνεις βίντεο την Πρωτοχρονιά! Το γιορτάζεις! Οπότε γιατί να μην πάρεις?! ‘Αφού όλα καλά είναι! Εντάξει μωρέ δεν είναι, αλλά θα πάνε και καλύτερα! Θα νικήσουμε το είπαμε, μην μασάς! Το έτος που μπαίνει θα είναι καλύτερο, θα δεις!’ Τα αναγνωρίζει κανείς αυτά που λέω, άραγε...
Μας είδα και μας αναγνώρισα. Εμάς την οικογένεια. Θυμήθηκα. Θυμήθηκα τον υπερένταση. Την υπερπροσπάθεια για θετική ενέργεια, ελπίδα, πίστη. Θυμήθηκα το βάρος δύο ματιών που στα δικά μου έψαχναν το ‘Περαστικό θα είναι κι αυτό! Αλήθεια, θα δεις!’. Αυτό το βλέμμα που απαγόρευε στον κόμπο να φύγει από τον λαιμό και να φτάσει στα μάτια. Θυμήθηκα αυτόν τον άνθρωπο που όταν το βλέμμα δεν ήταν αρκετό, μου έσφιγγε το χέρι για να πάρει αυτή την διαβεβαίωση, και με έκανε αφού την δώσω να πάω κάπου μόνη γιατί ο κόμπος ανέβαινε πια στα μάτια. Και αυτά τα μάτια δεν τα είδε ΠΟΤΕ! Δεν επιτρέψαμε να τα δει ΠΟΤΕ. Τα είδαμε εμείς μεταξύ μας μετά τη λήξη...
Γιατί αυτό γίνεται... Μπαίνουμε σε έναν ρόλο. Και θα μείνουμε σε αυτόν μέχρι να ξεχάσουμε και πώς να βγούμε.... Όλα γύρω μας γίνονται αφορμή για πλάκα. Μας κοιτούσα στο βίντεο και κουραζόμουν. Μέχρι να τελειώσω αυτά τα δέκα λεπτά που τραβήξαμε, μέσα μου είχα εξαντληθεί. Χριστέ μου τι μαλακίες λέγαμε. Μα πώς είναι δυνατόν να γελάω ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ! Πόσο αστείο να είναι πια το ρόδι στη σαλάτα μας! Πόσο αστείο να είναι το τακούνι μου! Έλεος! Έβλεπα το βίντεο και βαριανάσαινα λες και είχα τρέξει μισό χιλιόμετρο. Γιατί αυτή είναι η αίσθηση απλά δεν την βιώνεις έτσι εκείνη την στιγμή. Είναι ένας αγώνας δρόμου που εσύ προσπαθείς να τον κάνεις όσο πιο ανώδυνο και ακούραστο μπορείς. Γιατί δεν είναι δικός σου ο αγώνας. Γιαυτό και είναι αστείο το ρόδι στη σαλάτα... Γιαυτό και μετράμε τους σφυγμούς μας όλοι παρέα και βγάζουμε έναν από μας καρδιακό και του κάνουμε αέρα... Και κλαίμε από τα γέλια! Γιατί, να κλάψουμε θέλουμε οπότε ας κλάψουμε έτσι... Και γελάει και ο λατρεμένος μας ασθενής. Μα όταν μείνεις μόνος, και ανατρέξεις στο παρελθόν, θυμάσαι πως δεν ΓΕΛΟΥΣΕ. ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ. Και σε βάζει σε σκέψεις. Γιατί ίσως και να σου λύθηκε μια απορία. ‘Αλήθεια, όλα αυτά που κάναμε την βοηθούσαν να ξεχαστεί? Την διασκέδαζαν?’. Και απαντάς,  ‘χαμογελούσε πιο συχνά απότι γελούσε’. Άρα? Άρα ίσως και να μην την είχαμε ξεγελάσει όλες τις φορές. Ίσως όμως το ότι μας έβλεπε να προσπαθούμε της γέμιζε την ψυχή με φως.

Τα είδα και αυτά τα μάτια στο βίντεο. Για πολύ λίγο. Αυτό το λίγο όμως, αρκεί για να ξαναζωντανέψει ένα βλέμμα που θα θελα να μην έχω αντικρύσει ποτέ. Σε κοιτάει, αλλά δε σε κοιτάει κιόλας. Αφαιρείται συχνά. Το ξέρεις πως ο νους τρέχει. Η αγωνία είναι κυρίαρχη σε κάθε ανάσα που παίρνει. Δεν ηρεμεί. Δεν καθησυχάζεται. Και η αλήθεια είναι πως σε αυτό που περνάει είναι μόνη. Ο αγώνας είναι δικός της. Και όσο μεγάλη να είναι η αγάπη μου, όσο και να φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να πάρω έστω και ένα κομμάτι από αυτή τη δυστυχία, δεν ήταν δικό μου αυτό το ‘λαχείο’. Αυτή είναι η σκέψη που κάνει την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ να παλεύει για τον άνθρωπο που αγαπά. Θα πεις τις άπειρες μπούρδες, θα κάνεις τον καραγκιόζη όσο χρειαστεί, τόσο που να μην έχει μείνει πια στάλα από την ψυχή σου, γιατί δεν έχει σημασία η δική σου η ψυχή τώρα. Κάποιος άλλος υποφέρει. ΥΠΟΦΕΡΕΙ σε σημείο που δεν μπορείς να διανοηθείς. Και θέλεις, όταν έρθει η ώρα να ξαπλώσει για να κοιμηθεί στο τέλος της ημέρας, εκείνη την ώρα που τα μάτια του θα είναι κλειστά και θα είναι σίγουρα μόνος, να μην έχει το κουράγιο να χαθεί στους τρομακτικούς λογισμούς του. Να θέλει απλά να ξεκουραστεί. Σε αυτό ελπίζεις, με αυτόν τον σκοπό τα κάνεις όλα και θα μείνεις για πάντα με την απορία του αν το κατάφερες.

Τα σπίτια κλείνουν όταν την πόρτα τους χτυπά η ασθένεια. Γιατί η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Και η οικογένεια παλεύει για εκείνους που αγαπά και θα αγαπά πάντα. Δεν έχει χώρο γι’άλλους.

Μετά λοιπόν έρχεται η ερώτηση: όταν τα έχεις περάσει αυτά μια φορά, πώς τα ξαναπερνάς? Γιατί η ζωή είναι ζωή... Τα πάντα μπορούν να τύχουν. Γιατί? Γιατί έτσι! Η απάντηση: δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Γιατί ξέρεις ήδη όλα τα κόλπα. Ξέρεις τα μυστικά. Ξέρεις τους χειρισμούς. Βλέπεις τους ρόλους που μοιράζονται. Αποδέχεσαι χωρίς τύψεις το πόσο αδύναμος είσαι μπροστά σε όλο αυτό. Και χειρότερο απ’όλα, αναγνωρίζεις αυτό το βλέμμα. Αυτό το βλέμμα που θα σε συνοδεύει πάντα αλλά που με τον καιρό θα μπορείς να το σβήνεις ακαριαία όταν φέρνεις στον νου σου το πιο όμορφο χαμόγελο που έχεις δει ποτέ. Το είδες με την πρώτη σου ανάσα. Το θυμάσαι από τα 5 σου, ίσως και νωρίτερα... όταν ξεκινούσε να παίζει το I Just Called to Say I Love you.


Μην ξεχνάς να θυμάσαι το χαμόγελο.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Ιοφώντος και Εργοτίμου γωνία : η εξομολόγηση μιας φορτισμένης καρδιάς


Εκεί γεννήθηκα. Εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα. Εκεί χόρεψα πρώτη φορά υπό τους ήχους των A-Ha. Εκεί επιστρέφω και θα επιστρέφω πάντα.

Εμείς ζούσαμε στην οδό Ιοφώντος. Ο παππούς και η γιαγιά στην οδό Εργοτίμου. Οι πιο ζεστές μας στιγμές ήταν όλες μαζεμένες στα Σαββατοκύριακα που ήταν αυστηρά οικογενειακά. Μαζευόμασταν, ολόκληρη η οικογένεια, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στην Εργοτίμου. Τρεις θείοι, τρεις θείες και έξι ξαδέλφια στο σύνολο. Χαμός! Η γιαγιά μαγείρευε από νωρίς το πρωί. Ο παππούς φορούσε το παλτό του και τον μπερέ του και πήγαινε το ταψί στον φούρνο της γειτονιάς μας στην Φορμίωνος για να ψηθεί. Έτσι συνηθιζόταν τότε. Τις μεσημεριανές ώρες που κατεβαίναμε κι εμείς από το σπίτι μας στην Ιοφώντος να πάμε στον παππού και στη γιαγιά, βλέπαμε άντρες στο δρόμο με ταψιά στα χέρια να επιστρέφουν σπίτι τους. Πολύς κόσμος λοιπόν γευμάτιζε όπως εμείς. Έτσι φανταζόμουν στο παιδικό μου μυαλό, κι αυτό με ηρεμούσε. Από μικρή φοβόμουν την μοναξιά.
Από την στιγμή που φτάναμε στο σπίτι εως ότου έρθει η ώρα να φάμε, εμείς τα παιδιά μαζευόμασταν στο σαλόνι μπροστά στην τηλεόραση. Πολλά παιδιά. Πολύ πείραγμα. Τα παιδικά μας γέλια γέμιζαν το χώρο. Ξαπλώναμε μπρούμυτα σε μαξιλάρες που έριχναν στο πάτωμα ο παππούς και η γιαγιά για να βολευόμαστε όλοι και παρακολουθούσαμε. Στρουμφάκια, Thunder Cats, Nils Holgersson… Ό,τι πετυχαίναμε. Τις περισσότερες φορές βέβαια, απλά βάζαμε στο βίντεο την Μελωδία της Ευτυχίας και ξεσηκώναμε τον τόπο από τα τραγούδια μας. Όχι ότι ξέραμε τι λέγαμε... Με τις αδελφές μου ακόμα το τραγουδάμε λάθος γιατί μας κάνει και ξεκαρδιζόμαστε. Στο τραγούδι ‘Do-Re-Mi’ στο σημείο που κανονικά λέει ‘sew, a needle pulling thread’, επειδή δεν καταλαβαίναμε καθόλου τι λέει, εμείς τραγουδούσαμε ‘I need a polythrein’. ‘Χρειάζομαι μια πολυθρόνα’, δηλαδή... Αγγλιστή...Λέμε τώρα... Γιατί όπως σου εξήγησα, καλές ήταν οι μαξιλάρες, αλλά μας έπιανε και ο σβέρκος μας. Τι καλύτερο λοιπόν από το να βάλουμε μες το τραγούδι αυτό μας το βίωμα...
Και κάπου εκεί, άκουγες το κλειδί στην πόρτα και δεν αργούσαν να πλημυρίσουν τα ρουθούνια σου με μυρωδιές . Ο παππούς είχε έρθει με το φαγητό. Κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο, γεμιστά, σουτζουκάκια... Μυρωδιές που με νοσταλγία ακόμα και σήμερα γεμίζουν την καρδιά μου αγάπη και την ψυχή μου ζεστασιά.
Στην κεφαλή του τραπεζιού καθόταν πάντα ο παππούς. Πατριάρχης. Θυμάμαι τον θαυμασμό και σεβασμό που τρέφαμε όλοι  για εκείνον. Είχε την πρώτη και την τελευταία κουβέντα. Πάντα. Η γιαγιά? Καλοκάγαθη. Γεμάτη αγάπη. Ήρεμη δύναμη. Από τα χέρια της φτιαχνόταν όλο εκείνο το τραπέζι που πέραν του ότι μας γέμιζε τα στομάχια, μας μάθαινε τι θα πει αγάπη και φροντίδα.
‘Παππού? Μπορώ να αποχωρήσω?’ Μια ερώτηση η απάντηση της οποίας καθόριζε το τέλος του μεσημεριανού γεύματος. Ήταν υπέροχος ο παππούς παρ’όλη την αυστηρότητά του. Μας άφηνε να φύγουμε από το τραπέζι. Να πάμε να συνεχίσουμε αυτό που βλέπαμε. Ήξερε πόσο κρίσιμο ήταν αυτό για εμάς! Θυμάμαι πως πολλές φορές, για να μην ξεσηκώνουμε όλο το τραπέζι, περνούσαμε από κάτω, ανάμεσα από τα πόδια των μεγάλων. Πόσο τους διασκέδαζε αυτό.
Οι άντρες έμεναν να μιλήσουν για τα πολιτικά, ο καθένας με την εφημερίδα του. Οι γυναίκες βοηθούσαν την γιαγιά να μαζέψει το τραπέζι και να ξεκινήσει να ψήνει τους ελληνικούς καφέδες. Αυτή ήταν και η στιγμή που εγώ πάντα επέστρεφα στο τραπέζι. Το θυμάμαι σαν χθες. Μόλις μύριζα τον καφέ, δεν με ενδιέφερε πια καμία Τσιτάρα, καμία Φρόιλαιν Μαρία. Έτρεχα και καθόμουν στα πόδια του μπαμπά μου που ήδη με περίμενε. Μου έδινε ένα κουλούρι και με άφηνε να το βουτάω μέσα στον καφέ του. Δεν τον ένοιαζαν ούτε τα ψίχουλα που του άφηνα, ούτε τα ολόκληρα κομμάτια από το μουλιασμένο κουλούρι που έπεφταν μέσα όποτε δεν το υπολόγιζα καλά.
Στην γωνία Ιοφώντος και Εργοτίμου, υπήρχε τότε στο ισόγειο ένα παιχνιδάδικο.  Πόσο ονειρεμένο αυτό για ένα παιδί! Και πόσο επικίνδυνο για έναν γονιό... Αν και δεν ψωνίζαμε, πάντα μπαίναμε να χαζέψουμε έστω και λίγο. Το μαγαζί φαινόταν τεράστιο στα μάτια μου τότε. Ράφια ως το ταβάνι! Γεμάτα παιχνίδια! Barbie, Polly Pocket, παζλ, επιτραπέζια! Μέχρι και τα αυτιά μου χαμογελούσαν όποτε έμπαινα εκεί μέσα. Αυτή ήταν η έξοδός μου τότε! Αυτή και το ψιλικατζίδικο στην Αστυδάμαντος που χρυσάφιζε από την μανία μας να αγοράσουμε όλα τα αυτοκόλλητα για το τελευταίο album της Panini που έκανε θραύση εκείνη την περίοδο. Τι Batman? Τι NBA? Τι Barbie? Όλα τα συμπληρώναμε!
Όλα αυτά άλλαξαν πια... Εγώ? Μεγάλωσα. Μεγάλωσα κι επιστρέφω για να επισκεφτώ τους γονείς και την γιαγιά μου. Ναι, ο παππούς έχει φύγει... Και η γιαγιά δεν μαγειρεύει, μεγάλωσε πια. Το φαγητό το φέρνουμε εμείς. Τα παιδιά που ‘έγιναν μεγάλοι’. Επιστρέφουμε με αυτόν τον τρόπο την φροντίδα και την αγάπη που μας προσφέρθηκε απλώχερα στα παιδικά μας χρόνια. Επιστρέφουμε αβίαστα. Με όλη μας την καρδιά. Έτσι κρατάμε ακόμα εκείνα τα Σαββατοκύριακα που μας γαλούχησαν. Όλα όμως τα άλλα είναι αγνώριστα. Η γειτονιά μας έχει αγριέψει. Οι πόρτες των σπιτιών έχουν κλείσει. Ο κόσμος έχει απομονωθεί. Το παιχνιδάδικο και το ψιλικατζίδικο έχουν κλείσει. Ο φούρνος το ίδιο. Συχνά πυκνά ακούω από τους γονείς μου περιστατικά αγριότητας και απανθρωπιάς. ‘Χτύπησαν στον δρόμο την Κα Τάδε για να της πάρουν το φυλλαχτό της. ‘Ετσι ηλικιωμένη που είναι, έχασε την ισορροπία της και την έσυραν για κάμποσα μέτρα, την δύστυχη.’ ‘Το κουδούνι του Κου Δείνα χτύπησαν τις προάλλες και λέγοντάς του πως είναι από την ΔΕΗ για μία βλάβη, μπήκαν στο σπίτι του και τον λήστεψαν.’
Όταν φεύγουμε από την γιαγιά πια, ο μπαμπάς την κλειδώνει μες το σπίτι. Μην ξεχαστεί και δεν κλειδώσει μόνη της. ‘Δεν ανοίγεις ποτέ και σε κανέναν, ακούς?’ είναι πάντα οι τελευταίες του λέξεις.
Εγώ έζησα εκεί τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. Τα χρόνια της αθωότητάς μου. Γεμάτα αγάπη, ασφάλεια, ζεστασιά και ευτυχία. Τώρα το μόνο που νιώθω είναι ανασφάλεια και φόβο. Δεν το θέλω! Θέλω πίσω τα παιδικά μου χρόνια! Θέλω πίσω τις μυρωδιές και την ευτυχία με την οποία μεγάλωσα. Θέλω να ξαναδώ χαμόγελα και ανοιχτά σπίτια. Θέλω να ξαναδώ παιδιά να μπαίνουν στα σπίτια να πουν τα κάλαντα όπως κάναμε εμείς, κι όχι τρομαγμένους ηλικιωμένους να κρύβονται έντρομοι πίσω από τις πόρτες τους όποτε χτυπάει το κουδούνι.
Γιατί εγώ, με τα βιώματα από εκείνη την γειτονιά πορεύομαι. Αυτά με βοηθούν να προχωρώ και να αντέχω. Με βοηθούν να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Της ζωής...
Πολλές φορές όταν νιώσω μοναξιά, φτιάχνω στον εαυτό μου έναν ελληνικό καφέ και με ευλάβεια βουτάω ένα κουλούρι και το τρώω σιγά σιγά. Με ηρεμεί. Ή ένα πρωινό που θα είμαι μόνη, θα βάλω να δω την Μελωδία της Ευτυχίας. Ναι, θα κλάψω... Γιατί όταν πρωτοείδα αυτή την ταινία, δεν ένιωθα μόνη. Γιατί όταν πρωτοείδα αυτή την ταινία τραγουδούσα δυνατά και με πάθος! Γιατί τότε δεν είχα ανησυχίες (εκτός από το αν θα βρω τα αυτοκόλλητα που μου λείπουν από το album των Thunder Cats της Panini). Τότε δεν είχα έγνοιες και υποχρεώσεις (εκτός από το να λέω ευχαριστώ και να ζητάω άδεια για να αποχωρήσω από το τραπέζι). Τότε είχα όλη τη ζωή μπροστά μου. Όλα μπορούσαν να γίνουν! Το μέλλον ήταν γεμάτο υποσχέσεις! Και τώρα? Τώρα, μπήκα στη ζωή με το κεφάλι πρώτο. Στα βαθιά. Και πρέπει να παλέψω όπως πάλεψε ο παππούς μου. Να σηκώσω τα μανίκια ψηλά και να χωνέψω πως μπορεί τα πλάνα να άλλαξαν, αλλά τίποτα δεν είναι ανέφικτο. Κι εγώ μπορώ να ξανατραγουδήσω, και η γειτονιά στην οποία μεγάλωσα να γίνει και πάλι μια γειτονιά γεμάτη ζωή, χαρά και αλληλεγγύη.
Τώρα συνειδητοποιώ τι ζω. Τώρα καταλαβαίνω γιατί ακόμα κι όταν χαμογελούσε ο παππούς μου , εγώ ένιωθα πως πίσω από τα μάτια του έτρεχαν χίλιες σκέψεις. Γιατί πάλεψε για να καταφέρει να έχει ένα μεσημεριανό τραπέζι τόσο αγαπημένο και δεμένο. Εκτίμησε την αγάπη. Την οικογένεια. Ήταν η προτεραιότητά του. Αυτό φρόντισαν να ποτίσουν μες την ψυχή μας και οι γονείς μας. Την μία και σημαντικότερη αξία όλων. Το άλφα και το ωμέγα. Αυτή που για εμένα κρύβεται πίσω από την φράση ‘Ιοφώντος και Εργοτίμου γωνία’. Την οικογένεια. Την Οικογένεια. Αυτός ο πυρήνας αγάπης που σε ζεσταίνει, σε γεμίζει, και σου δίνει την δύναμη να προχωρήσεις. Το καταφύγιο στο οποίο θα κρυφτείς να επουλώσεις τις πληγές σου, για να βγεις να ξαναχτίσεις όσα γκρεμίστηκαν. Δεν είναι μια λέξη που θα ακούσεις. Δεν είναι ένα άγγιγμα που θα νιώσεις. Είναι η αύρα της. Η δύναμή της. Οι δικοί σου είναι εκεί για εσένα, κι εσύ για εκείνους...

Έτσι έχω σκοπό να ξεκινήσω κι εγώ την δική μου οικογένεια. Και ποιος ξέρει... Η κοινωνία, πριν απ’όλα, είναι έναν σύνολο οικογενειών. Έτσι δεν είναι??? Ίσως και να επιστρέψουν αυτά που τόσο αγάπησα. Για τα παιδιά μου...

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Και που μεγάλωσες, τις ίδιες βλακείες κάνεις...

Η BG κι ο BB. Μια μεγάλη ιστορία. Εκείνος, πέντε χρονών. Εκείνη, τεσσάρων. Εκείνος, ενοχλητικό μικρό αντράκι, με αρρύθμιστα ακόμα επίπεδα τεστοστερόνης. Εκείνη, κοριτσάκι μεν, αγοροκοριτσάκι δε. Δηλαδή, πάρε τη Μπάρμπι να μην την βλέπω, και δώσε μου τουφέκια με σκάγια και μπάλες του μπάσκετ.

Τους είχε φέρει η μοίρα κοντά. Ή καλύτερα, οι γονείς τους. Στην παρέα των παιδιών, εκείνος ήταν το μόνο αγόρι, οπότε αναγκαστικά έπαιζε μαζί της. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα βλέπεις. Κοίταξε, δεν έχω παιδιά ακόμα, αλλά θα σου πω το εξής. Σε τόσο μικρές ηλικίες, που τα παιδιά απλά δεν πρόκειται να βάλουν κώλο κάτω, και δεν κουράζονται με τίποτα, καλό είναι να μην προσπαθεί μόνος ο γονιός να κουμαντάρει την κατάσταση. Αν αρχίσεις να τα κυνηγάς, θα τα έχεις παίξει στο πεντάλεπτο, θα σε πιάσει η μέση σου, θα πάθεις κατάθλιψη διότι θα σκεφτείς ‘Αμάν, γέρασα’, και τελείωσε η υπόθεση. Συνεπώς, βρίσκεις κάποιον άλλο κακομοίρη γονιό με το ίδιο ‘πρόβλημα’, συναντιέστε, αμολάτε τα μπεμπέ να τρέξουν να ξεδώσουν, κι εσείς πίνετε ήσυχα το καφεδάκι σας όπως προέβλεψε η φύση.

Στην περίπτωσή μας όμως, δε μιλάμε απλά για δυο μικρά παιδιά. Μιλάμε για τα ‘διαβολάκια’ των δύο οικογενειών. Συνεπώς, η συναναστροφή ήταν καταστροφική. Τρέχανε (ναι!), παίζανε (τέλεια!), και πειράζονταν συνέχεια (α όχι, αυτά δε μου αρέσουν). Ναι, αυτά είναι όντως επικίνδυνα πράγματα. Εκείνος πάντως είχε ευτυχώς επίγνωση της δύναμής του (ότι αν την χτυπούσε δηλαδή, θα την διέλυε), οπότε δεν της έκανε ποτέ σοβαρό κακό. Εκείνη, του πετούσε μπάλες στο κεφάλι, τον κλωτσούσε αλύπητα (άντρας είναι, αντέχει), και του έριχνε και καμιά τσαχπινιά όταν τα έβρισκε σκούρα και έπρεπε κάπως να τον μαλακώσει για να του ξεφύγει. Εκείνος πάλι, είχε μανία να βάζει τα δάχτυλά του στα λακκάκια της. Πίστεψέ με, δεν υπάρχει χειρότερο. Γιατί μην ξεχνάς πως στις ηλικίες αυτές, τα εγκλήματα γίνονται κατ’εξακολούθηση. Όπως δηλαδή ακούς ασταμάτητα «Μαμάαα! Μαμάαα! Μαμάαα!» και θες να σπάσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, έτσι τα παιδάκια επαναλαμβάνουν και τις ενοχλητικές πράξεις. Όταν λοιπόν ήθελε να την φτάσει σε σημείο δακρύων, στόχευε στα λακκάκια. Την ακινητοποιούσε (ναι, τα κατάφερνε δυστυχώς) και πάταγε τα λακκάκια της. Αυτό. Συνέχεια! Το άλλο του αφοπλιστικό όπλο, ήταν η μέθοδος ‘το παίζω θύμα’. Έκανε δηλαδή τον πονεμένο. ‘Με πόνεσες!’ κλαψούριζε και στο δευτερόλεπτο που κοκάλωνε η BG με τον φόβο ότι τον παραχτύπησε, εκείνος ξεγλιστρούσε και έτρεχε μακριά γελώντας. Ανήθικα πράγματα σου λέω.

Τα έφερε έτσι η ζωή και οι οικογένειες χάθηκαν… Τα έφερε έτσι η ζωή, και 25 χρόνια μετά εμφανίστηκε το Facebook. Τον εντόπισε, εκείνη πρώτη. Εκείνος, της έκανε την τιμή να αποδεχτεί την πρόσκλησή της για online φιλία. Άρχισαν να μιλούν μηνυματικά. Συνειδητοποίησαν πως ζούσαν στην ίδια γειτονιά της Αθήνας, σύχναζαν στα ίδια μέρη, αλλά δεν είχαν προσέξει ποτέ ο ένας τον άλλο. Ε, είχαν περάσει τόσα χρόνια. Οι φυσιογνωμίες είχαν αλλάξει. Εκείνος είχε ομορφύνει. Είχε γίνει ολόκληρος άντρας. Εκείνη? Εντάξει, εκείνη ήταν θεά από μικρή…

Με την ακαριαία οικειότητα, επανήλθε και το πείραγμα. Αναμενόμενα πράγματα… Δούλεμα στο δούλεμα, ατάκα στην ατάκα… Δεν είχαν θίξει το ενδεχόμενο να τα πουν από κοντά. Είναι δύσκολο βλέπεις για μια γυναίκα να βρει το θάρρος να βρεθεί τετ-α-τετ με τον άντρα που κάποτε της κατέβαζε τις φούστες πεισματικά (ναι, μπορείς να παίζεις τον καουμπόη με φούστα, μην απορείς). Και είναι δύσκολο για έναν άντρα, να βρεθεί με τη γυναίκα που τον έκανε να κλάψει πρώτη φορά με χτύπημα κάτω από τη ζώνη… (ήταν ατύχημα, σου το ορκίζομαι!)

Είχαν όμως και οι δύο πλέον τα μάτια τους δεκατέσσερα όταν έβγαιναν. Ένα βράδυ λοιπόν, εκείνη είχε βγει με φίλες για φαγητό. Έλεγαν εκεί τα δικά τους.. Γελούσαν… Ώσπου ξαφνικά, την χτύπησε ένα κομμάτι ψωμί, με δύναμη στο μάγουλο. Την πέτυχε σε στιγμή γέλιου, οπότε όπως καταλαβαίνεις, βρήκε λακκάκι κατευθείαν. Κοίταξε γύρω της νευριασμένη, και τον είδε στο βάθος του εστιατορίου. Σε ένα τραπέζι για δύο.. Μόνος… Να χαμογελά…Ο ίδιος διάολος που θυμόταν από όταν ήταν μικρή. ‘Που το πέτυχε το λακκάκι ο κερατάς’ σκέφτηκε γνέφοντάς του χαμογελαστά. Όταν ξανακοίταξε προς το μέρος του λίγο αργότερα, είδε πως συνοδευόταν. Είχε βγει ραντεβουδάκι ο BB. Η BG φώναξε τον σερβιτόρο. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί, του έδωσε και ένα μικρό tip, και τον έστειλε προς το μέρος ‘εκείνου’. Αυτό που ακολούθησε το χάρηκε η ψυχή της. ‘Κύριε, σας ζητά η γυναίκα σας στο τηλέφωνο’ του είπε ο σερβιτόρος. Το ‘date’ πετάχτηκε πάνω, άρχισε να τον βρίζει, του έριξε και ένα ποτήρι κρασί στη μούρη κι έφυγε. Εκείνος, είχε μείνει παγωμένος. Κοιτάχτηκαν, δε μίλησαν, αλλά είχαν συνεννοηθεί απόλυτα. Αυτό θα ήταν το καινούριο τους παιχνίδι από δω και πέρα.

Ακολούθησαν σκηνικά άπειρου κάλους τις επόμενες εβδομάδες. Πήγαινε εκείνος να αγοράσει ένα τζιν, του χρέωναν και πέντε πουκάμισα ‘που διάλεξε η γυναίκα σας’… Εκείνη αναγκάστηκε να αλλάξει ποτό, διότι το Bloody Mary της ερχόταν όλο και πιο συχνά τίγκα στο Tabasco. Εκείνος αναγκάστηκε να ακινητοποιήσει τη μηχανή του διότι ‘κάποιος’ εξαφάνισε τις πινακίδες του. Ποτέ όμως δεν είχαν βρεθεί τετ-α-τετ.

Ένα βράδυ, αποφάσισε να βγει σε ραντεβού εκείνη. Ήλπιζε πως θα την λυπηθεί ο Θεός, και δεν θα τον πετύχει πουθενά. Δεν ήθελε να πάθει καμιά συμφορά στο ραντεβού. Όπως καταλαβαίνεις όμως, διάολος και να μην παραμονεύει δε γίνεται. Όπως είχαν κάτσει με τον Μάκη ο ένας απέναντι από τον άλλο και απολάμβαναν την σαλάτα τους, ένιωσε μια ζεστασιά να την περικυκλώνει από πίσω. Ο BB έσκυψε από πάνω της βάζοντας τα χέρια του στα χέρια της καρέκλας της και της ψιθύρισε αρκετά δυνατά ώστε να ακούει κι ο Μάκης ‘Αγάπη μου, με εκθέτεις…’ Μετά κοιτώντας το Μάκη, είπε ‘Συγγνώμη κύριε, η γυναίκα μου βλέπετε, τα έχει χάσει λίγο… Την ψάχνω καμιά ώρα τώρα’.

Την είχε στριμώξει τόσο, που δεν τολμούσε ούτε να γυρίσει να τον κοιτάξει. ‘Έλα αγάπη μου. Πάμε σπίτι’ της είπε, και παίρνοντάς την από το χέρι έφυγαν…

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Το αριστούργημα........

Αγαπημένο μου τεκνάκι,

σου γράφω γιατί σήμερα έζησα την ελληνική εξυπηρέτηση σε όλο της το μεγαλείο. Μπήκα σε ένα μαγαζί να πάρω ένα μαγιώ κι άκουσα την ιδιοκτήτρια να βρίζει απαίσια μία πελάτισσα. τα ακριβή της λόγια ήταν 'γαμώ το σπίτι σου καριόλα'.. Ε? Πώς σου φαίνεται? Είναι βέβαια γνωστό πως αυτή η κυρία πάσχει χρόνια από αυτή την α-stenia.

Έκανα μεταβολή και έφυγα. Πήγα αλλού.

Ψώνισα?
Εννοείται!
Μαγιώ πήρα?
Όχι βέβαια..........

Αυτά που λες! Ελπίζω να διακοπίζεις και να μην πήζεις...

Φιλιά,

Φραντζέσκα

Υ.Γ. Α! και να σου πω, μιας και σε βρήκα. Το μυθιστόρημα που σου υποσχέθηκα ολοκληρώθηκε. Πετώ στα σύννεφα. Όχι, δεν μοιάζω με σπουργίτη, τείνω περισσότερο σε μπαλόνι με ήλιο. Ναι! Ολοκληρώθηκε και παραδίδεται στον εκδοτικό το Σεπτέμβριο. Cross your fingers for it τεκνάκι μου αγαπημένο! Θα σε κρατώ ενήμερο για την εξέλιξή του!

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Υπάρχει Λόγος

Υπάρχει λόγος που νιώθετε πως σας εγκατέλειψα. Ναι, το νιώθετε... Δεν είναι πραγματική αυτή η εγκατάλειψη. Στο μυαλό σας είναι.
Θα σας πω όμως το εξής. Όταν η μαμά μου με άφηνε μόνη σπίτι και αργούσε να γυρίσει, και αγχωνόμουν σα μικρό παιδί που ήμουν, ότι με παράτησε, το πρόβλημα λυνόταν με δύο τρόπους. Καταρχάς, να δηλώσω πως επέστρεφε ΠΑΝΤΑ! 
Από εκεί και πέρα λοιπόν:
1) Εαν επέστρεφε με ένα μεγάλο δώρο, ξέρεις, κάτι που είχα σταμπάρει στο Jumbo, που το είχα ερωτευτεί τόσο πολύ που το έβλεπα και στον ύπνο μου και στον πάτο του πιάτου μου με τις φακές, τότε, την συγχωρούσα που έλειψε... Τι την συγχωρούσα δηλαδή... Εγώ δεν ξέρω τι έγινε, η μαμά εδώ ήταν όλη την ώρα... Δεν με άφησε ποτέ, μην λέτε τρέλες!
2) Εαν επέστρεφε με ένα δώρο τύπου, μια απλή ξύστρα, τότε... Ε μα με συγχωρείς! Ε τότε τίποτα! Δεν είχε γυρίσει ποτέ! Με είχε εγκαταλείψει πλήρως! Δεν τη συγχωρούσα με τίποτα!

Τι προσπαθώ να σου πω? Θα επιστρέψω και δεν θα σου φέρω μια ξύστρα. Μαγειρεύω μυθιστόρημα...  Θα σου αρέσει είμαι σίγουρη... Αλλά, σε θερμοπαρακαλώ, να μου κάνεις λίγη υπομονή! Και μετά ελπίζω να μου κάνεις και λιγάκι μμμμμ... Εντάξει ζούζουνέ μου? 

Θα σας ενημερώνω για την εξέλιξη του μεγαλουργήματος!

Φιλιά!

Boubouloubou

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Αυτό το Χιόνι δε με Χαλαρώνει- Με Τσιτώνει σαν το Σεντόνι

'Λοιπόν! Το επόμενο Σαββατοκύριακο θα πάμε στα Καλάβρυτα για σκι, εγώ, εσύ, η Κούλα και η Τούλα! Κοριτσοπαρέα! Θα είναι τέλεια!' Το σκέφτηκε. 'Ηταν τόσοι οι λόγοι για τους οποίους θα μπορούσε να βαρεθεί να πάει, που την έπιασε πονοκέφαλος. Σκι δεν έκανε, περιβολή του σκι για το κρύο δεν είχε, και το κρύο, αυτό καθεαυτό, το 'ανεχόταν'. Είπε όμως να το πάρει αλλιώς. Χιόνι. Τι ρομαντικό! Κρύο, καιρός για δύο... Ναι, ήταν μόνη εκείνη την εποχή αλλά κατάλαβες, η σκέψη και μόνο σου προκαλεί ένα ντουβρουτζά. Ένα μπακακάο. Ένα γντούπουτις. 'Κοριτσοπαρέα! Θα γελάσουμε πολύ!' σκέφτηκε. Και βέβαια φίλε μου, καταλυτικό ρόλο στη θετική της απάντηση, έπαιξαν τα γνωστά σε όλους 'apres-ski' τσιμπούσια. Γιατί μόνο αυτό καταλάβαινε όταν της έλεγαν 'apres-ski'. Αυτό θέλω βρε παιδί μου! Το χιόνι να πέφτει στη φύση έξω, και μέσα, το παμφάγο μας να πέφτει με τα μούτρα στις φασολάδες, στα χωριάτικα λουκάνικα και στα παϊδάκια. Ααααααχ, και μετά, ζεστή σοκολάτα σε cozy καφετέρια του χωριού, με σουφλέ σοκολάτας on the side, και κοινώς, φαγητό να της βγαίνει από τα αυτιά. 'Ούτε η Τούλα κάνει σκι, οπότε θα καθόμαστε στο chalet και θα κουσκουσιάζουμε' σκέφτηκε. 'Εντάξει! Μέσα! Φύγαμε για Καλάβρυτα!'

Ντύθηκε ζεστά για τα δικά της δεδομένα. Πουπουλένιο μπουφάν, κασκόλ, τζιν, λεπτεπίλεπτα γάντια και... γαλότσες. Σου το είπα ήδη χρυσέ μου, δεν ξέρει από βουνό! Αυτά είχε για 'χειμερινό ντύσιμο', αυτά έβαλε. Και να σου πω την αλήθεια, την βρίσκω πολύ πιο ειλικρινή αυτή την ένδυση όταν κάποιος δεν ξέρει τι εστί σκι βουνού. Δε μπορώ να τους βλέπω μερικούς που είναι σα να έχει ξεράσει πάνω τους όλο το μαγαζί του North Face, πολύ professionel. Που τους βλέπεις και σκέφτεσαι 'Πω πω, αυτός πρέπει να κατεβαίνει τις πίστες αέρα πατέρα!' και μετά τους βλέπεις να κάνουν έλκηθρο και χιονάνθρωπους, εκεί στα χαμηλά, δίπλα στο chalet.

Η Νούλα και η Κούλα είχαν την φαεινή ιδέα να τους πουν να ανέβουν στο πάνω chalet να αράξουν όσο εκείνες θα έκαναν σκι. 'Δε βαριέσαι! Πάμε!' Ανέβηκε λοιπόν στο lift και πήρε το δρόμο προς τις πίστες. 'Κάνει κρύυυυυυυο!!!!' Και ξέρεις.. Τα lifts είναι ύπουλα όταν είσαι 'πεζός' δηλαδή δίχως πέδιλα του σκι. Γιατί όταν κατέβεις, πρέπει να τρέξεις να φύγεις από την τροχιά τους, για να μη σε κοπανήσουν και βρεθείς φαρδιά πλατιά στην piste, μπροστά σε όλους τους έμπειρους σκιέρ. Το έκανε κι αυτό. Πίστεψέ με, με την γαλότσα που γλιστρούσε στο χιόνι, και τα δαχτυλάκια των ποδιών που είχαν ήδη κοκαλώσει από το κρύο, δεν ήταν εύκολο. Και σα να μην έφτανε αυτό, αντικρίζει το chalet. ΥΠΑΙΘΡΙΟ! 'Καλά, βλαμμένες είναι και μου είπαν να αράξω εδώ?' αναρωτήθηκε. Παγκάκια για να κάτσεις: Βρεμένα. Παγωμένα. Και σόμπες για να... ζεσταίνεσαι. Ωραίο το αστείο. 'Κοίτα να δεις που η κόλαση τελικά είναι κρύα!' σκέφτηκε. Τριγύρω, παντού όμως, γκομενάκια! Μη χαίρεσαι χρυσή μου, τι να το κάνει? Στεκόταν όρθια, το χειλάκι μπλε απο το κρύο, με χτένισμα 'πιτυρίδα' απο τις νιφάδες χιονιού, να τρέμει σαν το ψάρι μες την παγωνιά. Πολύ σέξι. Ναι, έχεις δίκιο, θα μπορούσε να πάρει μια σακούλα Κατράντζος Σπορ και να αρχίσει να κατεβαίνει τις πλαγιές με τον κώλο. Εκεί, ναι, να πιάσει κουβέντα με τους σνοουμπορντάδες. 'Καλά, εγώ? Έρχομαι κάθε Σαββατοκύριακο! Εσύ, έρχεσαι συχνά εδώ? Ναι, το χιόνι είναι πολύ καλό φέτος!' Έτσι, κατέβηκε στο κάτω chalet. Εκείνη, η Τούλα, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, τα εγγόνια, όλοι μαζεμένοι, να πιουν το τσαγάκι τους, να ζεσταθεί το κοκαλάκι.

Ο γυρισμός προς Αθήνα ήταν το ίδιο επεισοδιακός. Πέσανε σε χιονοθύελλα. Πίστευαν ότι θα την γλιτώσουν γιατί τσουλούσε η κίνηση. Σιγά αλλά σταθερά. Το χιόνι δεν σταματούσε να πέφτει. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Η κίνηση άρχισε να μην τσουλάει. Πάνω στο βουνό οι δικές σου, μες το αυτοκινητάκι τους. Μπροστά δύο μέτρα. Φρένο. Ακίνητοι για πέντε λεπτά. ΄Κατέβαινε με πρώτη και το χειρόφρενο μισό ανεβασμένο.' τις συμβούλευαν οι άνθρωποι του δήμου που είχαν βγει να βοηθήσουν την κατάσταση. Μπροστά ενάμισι μέτρο. Φρένο. Ακίνητοι δέκα λεπτά. Και άλλα δέκα. Χειρόφρενο. 'Εδώ θα πεθάνω η άμοιρη' σκέφτηκε. Πλέον δεν κουνιόταν τίποτα. Η μηχανή σβηστή. Φως πάνω στο βουνό, ούτε για δείγμα. Τα παράθυρα του αυτοκινήτου θολά. Δεν έβλεπε τίποτα έξω. 'Παιδιά, δεν υπάρχει περίπτωση, θα μας την πέσει και καμιά αρκούδα στο τέλος και θα έρθει να δέσει η καταστροφή!' Η ώρα περνούσε. Άρχισε να σκέφτεται: 'Έχουμε κάτι σοκολάτες, λίγο νερό... Ξέρω κι εγώ? Θα ζήσουμε! Νομίζω... Αρκεί να μην θελήσω να κάνω πιπί γιατί δεν έχω που να πάω'. ΟΧΙ!!!! ΟΧΙ χρυσή μου!!! Αυτό το συγκεκριμένο είναι να μην το σκεφτείς. Γιατί άπαξ και το σκεφτείς θ'αρχίσεις να κατουριέσαι. Είναι βέβαιο. 'Όχι το ξεχνάω αυτό, αυτό δεν το είπα ποτέ' σκέφτηκε, μόλις πέρασε σα λεζάντα με μικρά γράμματα από το μυαλό της η σκέψη 'χμμμμ, νομίζω κατουριέμαι'.

Το κατέβηκαν το βουνό μια χαρά τελικά οι κοκόνες μας, αλλά σα να μην έφτανε αυτό, έπρεπε μετά να ταξιδέψουν στην Εθνική, μες το σκοτάδι, με τα τρελά φορτηγά. Νταλίκες, φορτηγά παντού, και κάπου εκεί ανάμεσα, το μικροσκοπικό μίνι, με τα τέσσερα τρομοκρατημένα κορίτσια. Τις προσπερνούσαν, τους κόρναραν, άναβαν τους προβολείς του. 'Τι κάνουν οι τρελοί? Δεν κατουρήθηκα στο βουνό, θα χεστώ στην Εθνική? Θέλω να πάω ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ!!!! Δε με νοιάζει που το φορτηγό με τα κατεφυγμένα βιάζεται- είναι κεφάτο- ψωνίζει στου Βερόπουλου! ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΤΑΣΩ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΑΣΦΑΛΗΗΗΗΗΗΗΗΣ!!!!!!!'

Ήταν αλήθεια. Η τελευταία φορά που χάρηκε το χιόνι ήταν στο δημοτικό, σε μία παράσταση, που κάποια πρωτάκια χόρεψαν τις Τέσσερις Εποχές του Vivaldi. Αυτό ήταν εξωφρενικά αστείο!